Ένιωθε πως το ασταμάτητο ρεύμα του χρόνου είχε επιβραδύνει μέσα στο μουντό αμφιθέατρο. Πιθανότητες, δείγματα, ενδεχόμενα. Αυτές οι λέξεις που κάποτε τον άφηναν παγερά αδιάφορο, μετά τα βιώματα των τελευταίων ημερών ήταν βελόνα στους κροτάφους του. «Πείραμα τύχης;» σκέφτηκε, σχολιάζοντας τη διάλεξη που παρακολουθούσε έως εκείνη τη στιγμή νωχελικά. «Στα κομμάτια κι εσύ κι η τύχη σου». Μάζεψε με δυο γρήγορες κινήσεις τα πράγματά του και όρμησε στην πίσω πόρτα της αίθουσας. «Αν δεν με θέλει αυτή μία, δεν τη θέλω δέκα» ψιθύρισε, δικαιολογώντας ασυναίσθητα το τρέμουλο που του είχε προκαλέσει ο κατά τα άλλα αναίτιος εκνευρισμός του.
«Αναίτιος;» ρώτησε τη συνείδησή του, στρίβοντας με κοφτές κινήσεις ένα φρέσκο τσιγάρο. «Καθόλου αναίτιος. Αν δεν ήμουν drawing dead σ’ εκείνη την τελευταία παρτίδα… Αν είχα τύχει ένα αξιοπρεπές χέρι… Δεν πειράζει. Σήμερα είναι η μέρα. Σήμερα θα τα πάρω όλα πίσω. Θα κερδίσω, ρε!» ρουθούνισε ρουφώντας λαίμαργα τον καπνό.
Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος και, για να ηρεμίσει, έβγαλε το κινητό του και έριξε μια ματιά στα διαδικτυακά του μηνύματα. «Σε μερικές ώρες η ορκωμοσία του πρωθυπουργού» διάβασε. «Στα κομμάτια» ψιθύρισε και πάτησε το επόμενο μήνυμα. «Μάθετε τις τελευταίες εξελίξεις για την καταβολή της έκτης δόσης». «Στα κομμάτια κι εσύ». Πάτησε βιαστικά το επόμενο. «11-11-2011: Σήμερα στις 23:11 κάντε μια ευχή και θα πραγματοποιηθεί!». «Ε άντε στα κομμάτια όλοι!» φώναξε και έβαλε το κινητό στην τσέπη.
Αυτές οι παλιμπαιδικές ηλιθιότητες πάντα τέντωναν τις χορδές τής υπομονής του. «Δεν χρειάζομαι ευχές, χρειάζομαι χαρτιά, και θα τα έχω!» μούγκρισε κι έστριψε άλλο ένα τσιγάρο, σφίγγοντας στην τσέπη τού μπουφάν του την τυχερή του τράπουλα.
[...]
Δώδεκα ώρες μετά, το ηθικό του δεν ήταν το ίδιο ακμαίο. Προσπαθούσε να δείχνει ανέμελος στους αντιπάλους του, αλλά μέσα του έβραζε από αγωνία για το επόμενο χαρτί. Πάτησε τη γλώσσα του στον ουρανίσκο και οραματίστηκε τα χαρτιά του και τις πιθανότητες. Είχε μόνο μία ευκαιρία να κερδίσει.
«Ένα πεντάρι για κέντα» παρακάλεσε καθώς το τελευταίο χαρτί έπεφτε στην τσόχα. Το μυαλό του μούδιασε στη θέα των εννέα κόκκινων καρδιών που έπαιρναν τη νίκη από τα δάχτυλά του. «Όχι… Θέλω άλλη μια ευκαιρία… Το τελευταίο χαρτί… Μακάρι να είχα-»
Μια φευγαλέα σκέψη τον έκανε να αναρριγήσει. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έντεκα και έντεκα. «Στις 23:11 κάντε μια ευχή». «Θέλω να γυρίζω λίγο πίσω. Λίγες στιγμές πίσω!» ούρλιαξε η ψυχή του, παραδίδοντας την καρδιά του σε ένα ξέφρενο σφυροκόπημα.
[...]
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει από τότε που το εννιάρι είχε πρωτοπέσει στην τσόχα. Αυτά τα τελευταία δευτερόλεπτα είχαν επαναληφθεί δεκάδες φορές ώσπου τελικά να κερδίσει. Δεν τον ένοιαζε όμως. «Σε ελέγχω, διαολεμένη τύχη. Κέρδισα επιτέλους» ψιθύρισε, και η καρδιά του σκίρτησε από χαρά.
Άκουσε τον συρμό τού μετρό να πλησιάζει. «Σε ελέγχω!» κάγχασε. Πήρε φόρα και πήδηξε στις γραμμές. Βρισκόταν στον αέρα. «Λίγο πίσω» φώναξε γελώντας παρανοϊκά, με το πρόσωπό του να απέχει λίγα εκατοστά από τη μηχανή της αμαξοστοιχίας.
[...]
Βρισκόταν στον αέρα. «Λίγο πίσω» πρόλαβε να ξανακραυγάσει, σε απόσταση αναπνοής από τη μηχανή.
[...]
Βρισκόταν στον αέρα. «Λίγο πίσω» ξαναστρίγκλισε.
[...]
«Λίγο πίσω» ξαναούρλιαξε.
Ξανά και ξανά.
Flash short τρόμου, 500 λέξεων, στη φόρμα τού μαγικού ρεασλισμού.
Για τον διαγωνισμό "Αστικές Ιστορίες" της εφημερίδας MONITOR.


