Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Πασαρέλαση


Ορισμοί:

Παρέλαση: Νεοελληνικός εθνικός εορτασμός των δυο μεγάλων απελευθερωτικών επετείων της Ελλάδας κατά τον οποίο είθισται να γίνεται περιφορά του εθνικού λαβάρου.


Πασαρέλα: Νεοκαταναλωτικός εμπορικός εορτασμός των αγνώστου αριθμού οίκων μόδας κατά τον οποίο είθισται να γίνεται περιφορά τενεκεδοκέφαλων σούργελων.

Πασαρέλαση: Νεοελληνικός ημιεμπορικός εορτασμός των μεγάλων επετείων της χώρας κατά τον οποίο είθισται να γίνεται περιφορά του εθνικού λαβάρου μαζί με άγνωστο αριθμό τενεκεδοκέφαλων σούργελων.

Αναφέρουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα: 28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου, Κυριακή της Αποκριάς, περίοδος εκπτώσεων στην Ερμού, έναρξη Τετραήμερου στην Αττική Οδό, εγκαίνια πολυκαταστημάτων, πρώτη προβολή κλασσικών αμερικανιών στα Village, κ.ο.κ...

Ενδυματολογικός Οδηγός Ελληνικών Πασαρελάσεων:

Άντρες:
  • Σκούρο μπλε/μαύρο/λευκό/γαλάζιο παντελόνι ή τζιν Diesel.

  • Λευκό/μπλε/μαύρο/γαλάζιο πουκάμισο Armani.

  • Μαύρα παπούτσια Boss

  • Πουλόβερ/φουλάρι/γραβάτα με το έμλβημα του σχολείου.

  • Απαραίτητη η γνωμάτευση ειδικού ενδυματολόγου ότι τα ρούχα πέρασαν τα τεστ γνησιότητας και δεν είναι made in Niggaland
Γυναίκες:


  • Hyper-mega-super-extra-giga-mini, απόλυτα εφαρμοστή φούστα-ζώνη οποιουδήποτε χρώματος. Συνίσταται όσο το δυνατόν πιο διάφανο λευκό. *Προτεινόμενο πάχος υφάσματος: 10 εκατομμυριοστά του χιλιοστού.*

  • Διάφανο, αραχνοΰφαντο πουκάμισο, ανοιχτό τουλάχιστον 20 εκατοστά στο λαιμό και άλλο τόσο στην πλάτη.

  • Γόβα στιλέτο με 45ποντο τακούνι.

  • 15 στρώσεις αδιάβροχο μακιγιάζ για κλόουν σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα του Τζόκερ και της Μάσκας.

  • Τα εσώρουχα δεν είναι υποχρεωτικά

Σημείωση:

Τα παραπάνω δεδομένα αλιεύθηκαν τυχαία από τον φυστικοειδή εγκέφαλο ενός εξηντάχρονου χομπίστα γυμναστή Ελληνικού σχολείου Β' βάθμιας εκπαίδευσης που εργαζόταν ως κομπάρσος, την ώρα του ανελέητου βασανισμού του από τον Jigsaw πάνω στο τραπέζι του Προκρούστη για τις ανάγκες της ενενηκοστής ένατης αναμενόμενης συνέχειας γνωστής σειράς αμερικάνικων ψυχανώμαλων σαδιστικών θρίλερ.


Ως εκ τούτου δε δύναμαι να γνωρίζω αν έχουν αποδοθεί απολύτως σωστά, καθώς ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν οι λέξεις ανάμεσα σε άναρθρες κραυγές αγωνίας, σπαραχτικά ουρλιαχτά, σφυρίγματα και σπασμωδικά "Ένα, δύο, εν δυο, ένα!"


Η πασαρέλαση είναι ένα σημείο σημαντικής τριβής μεταξύ ακροδεξιών και αριστερών παρατάξεων. Οι μεν πρώτοι τη θεωρούν απαραίτητη για τον εορτασμό των εθνικών μας επετείων (βλέπε παγκόσμια ημέρα των ζώων), οι δε δεύτεροι τη θεωρούν φασιστο-ναζιστικο-χουντοειδές κατασκεύασμα που δείχνει την επιβολή του στρατού και της τάξης πάνω στα hippy-ανέμελα-ανεξάρτητα-φιλελεύθερα-αγωνιστικά τους πνεύματα.


Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι μαθητές, δεν πήραν ποτέ θέση στο ζήτημα, γιατί ουδέποτε ερωτήθηκαν, όπως εξάλλου ορίζει η δημοκρατική φιλοσοφία που διέπει τους παραθυρόβιους πολιτικούς της χώρας.


Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις είθισται να δίνονται στη δημοσιότητα συνεντεύξεις μαθητών τις παραμονές της παρέλασης με θέμα το αν θα πρέπει να δίνεται το πανίερο, αιματοβαμμένο λάβαρο σε θεομίσητα, καταστροφικά, αντίχριστα, αλλοδαπά γεννήματα εχίδνων. Σε αυτά τα βίντεο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τα υψηλής ρητορικής αξίας επιχειρήματα των γονέων των αδικημένων ελληνόπουλων και ύστερα να ψηφίσει το διαγωνιζόμενο που θεωρεί τον καλύτερο για το Όσκαρ πρώτου δραματικού ρόλου.


Η κατάκτηση της σημαίας αποτελεί τον ύψιστο και μοναδικό στόχο για το 80% περίπου των παιδιών του Δημοτικού. Το ποσοστό αυτό μειώνεται αυτόματα με την εισαγωγή τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για ανεξήγητους μέχρι σήμερα λόγους.


Εικάζεται ότι το αυξημένο ποσοστό σημαιολατρείας στο Δημοτικό δικαιολογείται από το ενδοοικογενειακό ντοπάρισμα του παιδιού με αλτρουιστικές φιλοσοφίες ευγενούς άμιλλας, σεβασμού και αγάπης προς τους συμμαθητές, τα οποία ξεκινούν ήδη από την πρώτη μέρα στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου.

Συνήθεις φιλάλληλες εκφράσεις Ελλήνων γονέων:
  • "Ποιός είναι ο καλύτερος;"

  • "Έγραψε κανείς παραπάνω;"

  • "Φα'τους όλους"

  • "Πόσο έγραψε ο τάδε;"

  • "Θα στην πάρει τη σημαία"

  • "Σκατά σημαιοφόρος θα γίνεις αν συνεχίσεις να γράφεις 19,9"

  • "Ή ταν ή επι τας"



Όταν όμως ο μαθητής καταφέρει να κάνει ολοδικό του το ιερό λάβαρο και να παρουσιαστεί με αυτό στην παρέλαση, τότε άμεσα αναγνωρίζεται ως το καμάρι της οικογένειας.


Παραγράφονται στιγμιαία κάθε είδους μικροατέλειες της υπο-διαμόρφωσης προσωπικότητάς του, όπως για παράδειγμα έλλειψη σεβασμού προς τους μεγαλύτερους, εγωκεντρισμός, μεγαλομανία, επιθετικότητα, και αυτόματα δηλώνεται ως πρότυπο για τα μικρότερα αδέρφια.


Αν είναι αγόρι, τότε επίσης δηλώνεται και ως πρωτότοκος.


Όσοι από τους αρσενικούς μαθητές δε συμμετέχουν στην πομπή, είθισται να την παρακολουθούν με το ενδιαφέρον τους στραμμένο στον αγέρωχο βηματισμό των κοριτσιών. Επιδεικνύουν το θαυμασμό τους για το εθνικό φρόνημα των συμμαθητριών τους με σφυρίγματα αλα-σαλούν, υστερικά γέλια, και γοητευτικές εκφράσεις τις οποίες δεν δυνάμεθα να παρουσιάσουμε στην παρούσα μελέτη.


Άγνωστοι παραμένουν ακόμη οι λόγοι για τους οποιους το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Στραγαλοβολής συμπίπτει με την τέλεση των προαναφερθεισών πομπών.


Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω, γίνεται αυτονόητο ότι αυτές οι εμπνευσμένες από το ζωϊκό βασίλειο πορείες είναι απαραίτητες για την διατήρηση της εθνικής συνοχής της χώρας. Για να ξέρουν οι βρωμο-ανθέλληνες, νεοταξίτες γείτονες που λιγουρεύονται τα πάτρια εδάφη μας ότι θα έχουν να κάνουν με άξιους συνεχιστές των ηρωικών μορφών της Ελληνικής Ιστορίας.


Μπορεί να μη μπορούμε να πούμε όχι στο τσιγάρο στα 13 μας, όχι στα ναρκωτικά στα 17 μας, όχι στον υπερκαταναλωτισμό στα 20+ μας, αλλά αν χρειαστεί θα βροντοφωνάξουμε ΟΧΙ στον πιθανό μελλοντικό αδυσώπητο, καταστροφικό, ανθρωποφάγο τύραννο. Αν ποτέ εμφανιστεί τέτοιος στον παραδείσιο κόσμο μας.


Δεν είμαστε όποιοι κι όποιοι. Έχουμε δωδεκάποντα εμείς.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Δάσκαλε που δίδασκες


"Τιτ τιτ τιτ, τιτ τιτ τιτ, τιτ τιτ τιτ...". Ο βελούδινος, μελωδικός ήχος του ξυπνητηριού γέμισε το δωμάτιό του με ένα ψηφιακό κροτάλισμα ασύγκριτης αρμονίας και ακουστικής ομορφιάς. Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του και έστρεψε το βλέμμα του, όμοιο με το βλέμμα ενός νεογέννητου αρσενικού βραδύποδα, στην οθόνη του ρολογιού: "7:00". Σήκωσε αργά το χέρι του και φαντάστηκε το Μιόλνιρ, το θρυλικό σφυρί του Θορ, να σχηματίζεται ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ένιωσε τη παγωμένη μεταλλική λαβή του στην παλάμη του και ύστερα χτύπησε το ξυπνητήρι. Το χτύπησε φανταζόμενος το θεϊκό σφυρί να το συνθλίβει σε 56 δισεκατομμύρια κόκκους ύλης και ύστερα να κομματιάζει τον καθέναν από αυτούς στα συστατικά του quarks και ηλεκτρόνια.


Βέβαια, σκέφτηκε, το αποτέλεσμα ενός τέτοιου τεμαχισμού της ύλης σε quarks θα ήταν τόσο θεαματικά καταστροφικό που θα εξαφάνιζε από προσώπου γης το τραπεζάκι, το δωμάτιο, το διαμέρισμα, την πολυκατοικία, το οικοδομικό τετράγωνο, τη συνοικία, την πόλη, το νομό, τη χώρα, την ήπειρο, τον πλανήτη, το ηλιακό συστημα, τη ζώνη Kuiper, το νέφος του Oort, το γαλαξία, το τοπικό σμήνος και το σύμπαν. Και μετά ποιός άκουγε το υπεραιωνόβιο ξεδοντιασμένο λείψανο, τη γριά-σπιτονοικοκυρά-από-πάνω, για το εξαϋλωμένο τρεπεζάκι κειμήλιο του προπάππου της (του Αδάμ).


Βγήκε από το σπίτι. Είχε 20' για να προλάβει να φτάσει στην αίθουσα. Έψαξε τη τσάντα. Όλα τα απαραίτητα ήταν εκεί: Οδοντόκρεμα, σκυλοτροφή, σωσίβιο, ανταλλακτικά ξυραφάκια ξύστρας, κολλάζ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ένα μπουκάλι αντιψυκτικό, το κλειδί της πόλης και φυσικά η συλλογή του από βράχους. Ευτυχώς είχε θυμηθεί να βγάλει την ομπρέλα. Ήταν έξυπνος και πρακτικός. Δεν κουβαλούσε μαζί του περιττό βάρος. Προχώρησε ανέμελα. Ήταν 8 παρα 20' και μέσα από τα μαύρα γυαλιά του περίμενε να αντικρίσει τις πύρινες ακτίνες του ήλιου που θα τσουρούφλιζαν τους απροετοίμαστους, σαν τις ανθρωποφάγες φλόγες της κόλασης που ξεροψήνουν τους κολασμένους, όπως ξεροψήνουν οι ηλεκτρικές σούβλες το γύρο στα φαστ-φουντάδικα της Θεσσαλονίκης.


Ξαφνικά ένας αποτρόπαιος ήχος έσβησε το σαρδόνιο χαμόγελο από το πρόσωπό του. Ένας ήχος που έμοιαζε να βγήκε από τα πιο απόμακρα μπουντρούμια του Ταρτάρου, εκεί που φήμες λένε ότι γεννήθηκε μέσα στις σκιές ο μαθουσαλίξ-γκαντεμόσαυρος μετά απο διασταύρωση μαύρης γάτας με σπασμένο καθρέφτη. Βρόντηξε. Σύννεφα μαζεύτηκαν στο θερμοκηπιακό ουρανό της πόλης. Έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και έστρεψε το πρόσωπό του ψηλά. Ήταν άνθρωπος. Δε φοβόταν να αντικρίσει το θάνατο στα μάτια.
Και τότε έγινε. Έπεσε η πρώτη σταγόνα ένυδρου νιτρικού μολύβδου. Η ζωογόνος βροχή της πρωτεύουσας άρχισε να λούζει τους διψασμένους κακοδομημένους δρόμους. Έλουσε και τα αριστοτεχνικώς παρκαρισμένα πάνω σε διαβάσεις πεζών/θέσεις αναπήρων/πτώματα γέρων αυτοκίνητα, ξεπλένοντάς τα δωρεάν από τόνους σκόνης, πίσσας και πούπουλων.


Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε για τη μαρτυρική οξεολουσία. Εξάλλου, σκέφτηκε, θα μπορούσε να είναι χειρότερα. Θα μπορούσε ένας αλαφιασμένος αλκοολικός ταξιτζής να περάσει με κόκκινο, ανάποδα στο μονόδρομο, μπροστά από μια λακούβα γεμάτη με εκείνο το υγρό πυρ και να τον περιλούσει από την κορφή ως τα νύχια. Κι αν δεν είχε περάσει κάτω από μια σκάλα, μπροστά από μια μαύρη γάτα και πάνω από έναν καθρέφτη, ίσως και να είχε άδικο.


Έφτασε επιτέλους στο αμφιθέατρο, πασαλειμμένος σαν νεογέννητη καμηλοπάρδαλη από τη σιχαμερή γλίτσα που μεταμόρφωσε τα Χελωνονιντζάκια, αυτή που η επιστημονική μετεωρολογική κοινότητα διεθνώς αποκαλεί "αθηναϊκή βροχή". Σύρθηκε ανάμεσα σε τσάντες, καρέκλες, φορτιστές Notebook, νεκροζώντανα κεφεϊνούχα πτώματα, τσαλακωμένες κομματικές αφίσες και αποτσίγαρα για να φτάσει το έδρανό του, σαν τραυματισμένος Αμερικανός πεζοναύτης που σέρνεται με μαεστρία βασιλικής κόμπρας για να προφυλαχτεί από τα εχθρικά πυρά ανάμεσα σε γυναικόπαιδα.
Κάθισε, έβγαλε το ανάγνωσμά του και περίμενε να αρχίσει το μάθημα. Μελετούσε αφοσιωμένος το κείμενο. Τόσο αφοσιωμένος που δεν υπήρχε τίποτα γύρω του εκτός από εκείνα τα φύλλα. Τον είχε συνεπάρει η μαγεία του. Μεγάλα γράμματα και εικόνες: "Νίκη της Εθνικής σημειώθηκε χθες μπλα μπλα μπλα". Τι άλλο να ζητήσει από ένα τέτοιο λογοτέχνημα;


Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας μικρός σπιτικός καλλικάντζαρος. Έμοιαζε με ένα από τα ξωτικά του Άη Βασίλη διασταυρωμένο με ποντικομαμή. Εκείνος έβαλε τα γρανάζια του μυαλού του σε λειτουργία. Έτριξαν. Είχαν αρκετά χρόνια να το κάνουν αυτό. Από τότε που έμαθε να ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Το βρήκε. Ήταν ένα Γκρέμλιν. Η μάνα όλων των Γκρέμλινς. Ο Γκίζμο ο μεγαλοπρεπής αυτοπροσώπως.


Το Γκρέμλιν σταμάτησε μπροστά στην έδρα, άνοιξε το στόμα του και έβγαλε μια κραυγή που όμοιά της δεν είχαν ματαξανακούσει οι 250 φοιτητές που λιάζονταν κάτω από τις λάμπες φθορίου σε εκείνο το αφισσοπνιγμένο αμφιθέατρο. Έμοιαζε σαν το ζουζούνισμα μιας μέλισσας που έπεσε στο καζάνι του Πανοραμίξ όταν ήταν μικρή. Άλλοι είπαν ότι έμοιαζε με το ουρλιαχτό της Λάμιας μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη, όταν ανακάλυψε ότι έσπασε ένα νύχι στο ξεπέτσιασμα των θυμάτων της. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι κανείς δεν μπορεί να το παρομοιάσει με κάτι υπαρκτό. Μόνο η ψηφιακά ενισχυμένη κραυγή ενός ινδικού χοιρίδιου που έχει καταπιεί τρεις φιάλες αέριο Ήλιον και το τρυπάνε 18 πυρακτωμένες βελόνες μπορεί να προσεγγίσει εκείνον τον πρωτάκουστο ήχο.


"Ησυχία! Το τμήμα Β να μεταφερθεί στο διπλανό αμφιθέατρο. Εδώ θα μείνει μόνο το τμήμα Α!", είπε η ανθρωπόμορφη μαρμότα. Μαζική μετακίνηση πληθυσμών σημειώθηκε το επόμενο δεκάλεπτο και ύστερα από έναν μικρό συνωστισμό στις πόρτες, που έμοιαζε με εκείνον της Σμύρνης κατά το σχολικό βιβλίο Ιστορίας, ο φοιτητής κατάφερε και πάλι να βρει ένα άδειο έδρανο για να στρώσει τον Αυτοκρατορικό του Πισινό, χωρίς μάλιστα να χρησιμοποιήσει τη βασανιστική κατάρα πάνω στα σούργελα που ανανέωναν το μέικ-απ τους στα σκαλοπάτια .

Αναψοκοκκινισμένο το Γκρέμλιν μπήκε στο αμφιθέατρο, έκατσε μπροστά στην έδρα και απήγγειλε έναν μονόλογο που μπροστά του η εξομολόγηση του Άμλετ στο κρανίο φάνταζε πενιχρή και γελοία: "Είστε 250 άτομα. Είστε πάρα πολλοί. Είναι αδύνατον να κάνω μάθημα με όλους σας. Το καταλαβαίνετε; Θα παρακαλέσω τους μισούς να μην έρθουν στο επόμενο μάθημα. Κάντε μου τη χάρη και μη ξαναπατήσετε. Σαν χάρη σας το ζητάω. Δεν είναι δυνατόν να κάνω μάθημα σε τόσα άτομα. Από την επόμενη φορά το μάθημα θα γίνεται στο αμφιθέατρο των 100 θέσεων."


Τα λόγια του αντήχησαν στα αυτιά του φοιτητή σαν οδυρμοί μιας χιλιοβασανισμένης ψυχής. Τον λυπήθηκε. Δεν έφταιγε το Γκρέμλιν. Εκείνοι έφταιγαν. Πώς τόλμησαν τα αναιδέστατα κτήνη να δηλώσουν αυτή τη σχολή; Πώς τόλμησαν να πιάσουν τα απαραίτητα μόρια; Πώς τόλμησαν να παρουσιαστούν εδώ για να παρακολουθήσουν; Και τι χρωστούσε εκείνο το καημένο ζουζουνοκουταβάκι στην έδρα; Δεν ήταν η δουλειά του να διδάσκει εξάλλου. Δεν πληρωνόταν γι'αυτό. Αυτό ήταν καταπάτηση των δικαιωμάτων του. Κάποιος έπρεπε να ενημερώσει τους αρμόδιους. Την Greenpeace και τον Αρκτούρο.


"Και μη νομίζετε ότι δε θέλω να σας κάνω μάθημα. Πιστεύετε ότι θα έρθει κανείς να παρακολουθήσει και εγώ θα τον διώξω; Για τέτοιον με έχετε;", συμπλήρωσε ο αγκαλίτσας με τη χαρακτηριστική φωνή ευνούχου, παίρνοντας ένα περισπούδαστο ύφος καρδηνάλιου. Και εκείνη τη στιγμή η πόρτα του αμφιθεάτρου άνοιξε και δειλά-δειλά ξεπρόβαλε ένα τρεμάμενο φοιτητοειδές με τη τσάντα του στα μικρά του χεράκια και ένα παρακλητικό ύφος ζωγραφισμένο στα δακρυσμένα του ματάκια. "Να περάσω;" ρώτησε με σπαραχτική φωνή.


Και ο μέγας δάσκαλος Γκίζμο, η μάνα όλων των Γκρέμλιν, εκείνη η τραγική φιγούρα αυτοθυσίας και αυταπάρνησης γύρισε το κεφάλι και αντανακλαστικά ούρλιαξε σαν λύκος εθισμένος στην ανδρεναλίνη: "ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ".